ευώπις

εὐῶπις, -ιδος, ἡ (Α)
αυτή που έχει ωραία μάτια, ωραία όψη («εὐώπιδα κούρην», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θηλυκό τού εύωψ βλ. λ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐῶπις — fair eyed nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐῶπιν — εὐῶπις fair eyed masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐώπιδα — εὐώ̱πιδα , εὐῶπις fair eyed neut nom/voc/acc pl εὐώ̱πιδα , εὐῶπις fair eyed masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Evópis — EVÓPIS, ĭdis, Gr. Ἐυῶπις, ιδος, (⇒ Tab. XXX.) des Trözens Tochter, wurde von dessen Bruder, dem Dimoetas, zur Gemahlinn verlanget. Da er aber erfuhr, daß sie mit ihrem Bruder in unziemender Vertraulichkeit lebe, so sagete er es ihrem Vater. Als… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • γοργώψ — ( ῶπος), ο, η (θηλ. και γοργώπις, η) (Α) 1. ο γοργωπός 2. θηλ. γοργῶπις, η επίθετο τής Αθηνάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < γοργός + ωψ, ωπός < ωψ (ωπός) «όψη, μάτι, πρόσωπο» (πρβλ. γλαυκώψ και για το θηλ. πρβλ. γλαυκώπις, ελικώπις, ευώπις κ.α)] …   Dictionary of Greek

  • ωραιόφθαλμος — ον, ΜΑ (ως ερμ. τής λ. εὐῶπις*) αυτός που έχει ωραία μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + όφθαλμος (< ὀφθαλμός), πρβλ. μεγαλ όφθαλμος] …   Dictionary of Greek

  • εὐῶπι — εὐώψ fair eyed masc/fem dat sg εὐῶπις fair eyed voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐώπιδος — εὐώ̱πιδος , εὐῶπις fair eyed gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.